Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

"Συγχρονικότητα" οι αδιανόητες συμπτώσεις

 

 



O Aόρατος Κοσμικός Ιστός



Απόσπασμα : 


Η συγχρονικότητα δεν είναι φιλοσοφική θεώρηση, αλλά εμπειρική ιδέα, η οποία προσφέρει μια αναγκαία αρχή για τη διανόηση. Για αυτό δεν μπορεί να ονομαστεί ούτε υλισμός, ούτε μεταφυσική. Κανένας ερευνητής δε θα ισχυριζόταν ότι η φύση των γεγονότων, αλλά και του παρατηρητή είναι κάτι γνωστό. Το γεγονός ότι τα πρόσφατα συμπεράσματα της επιστήμης προσεγγίζουν όλο και περισσότερο την ιδέα ενός όντος που χαρακτηρίζεται από το χωροχρόνο, την αιτιότητα και τη συγχρονικότητα δεν έχει να κάνει με τον υλισμό. Ίσως μας δίνει τη δυνατότητα να απαλλαγούμε από το ασυμβίβαστο του παρατηρητή και του παρατηρούμενου γεγονότος. Σε αυτή τη περίπτωση, θα είναι μια ενοποίηση της ύπαρξης, κάτι που θα έπρεπε να εκφραστεί σε μια νέα γλώσσα –μια «ουδέτερη» γλώσσα, όπως την αποκάλεσε ο Γ. Πάουλι (W. Pauli).

Με αυτό τον τρόπο ο χώρος, ο χρόνος και η αιτιότητα, η τριάδα της κλασσικής φυσικής, συμπληρώνεται με τον παράγοντα της συγχρονικότητας, γενόμενη quaternion (τετράδα), η οποία κάνει δυνατή μια πιο ολοκληρωμένη κρίση.

                 




Εδώ η σχέση της συγχρονικότητας με τις άλλες τρείς αρχές, μοιάζει με εκείνη του μονοδιάστατου χρόνου προς τον τρισδιάστατο χώρο, ή με το δύστροπο «Τέταρτο» στον Τίμαιο, το οποίο μόνο «βίαια» μπορεί να προστεθεί στα άλλα τρία.
Όπως η εισαγωγή του χρόνου σαν τέταρτη διάσταση στη φυσική προϋποθέτει την ύπαρξη ενός μη απεικονίσιμου χωροχρονικού συνεχούς, έτσι και η ιδέα της συγχρονικότητας με την έμφυτη ιδιότητα του νοήματος, εμφανίζει μια παράδοξη εικόνα του κόσμου. Το πλεονέκτημα της προσθήκης αυτής της έννοιας είναι ότι προσφέρει τη δυνατότητα μιας άποψης για τη φύση, η οποία περιλαμβάνει τον ψυχοειδή παράγοντα -δηλαδή ένα a priori νόημα ή «αντιστοιχία». Έτσι, το πρόβλημα των αλχημιστών εδώ και 1.500 χρόνια, επαναλαμβάνεται και λύνεται σήμερα. Πρόκειται για το αξίωμα της Μαρίας της Ιουδαίας (ή Κόπτισας): «Εκ του Τρίτου το Εν ως Τέταρτον». Αυτή η κρυπτική παρατήρηση επικυρώνει τα όσα είπαμε πιο πάνω, ότι οι νέες απόψεις δεν ανακαλύπτονται συνήθως σε γνωστά εδάφη, αλλά σε περιοχές απόμακρες, τις οποίες συνήθως όλοι αποφεύγουν, λόγω της κακής τους φήμης. […] Η φον Φρανζ εντόπισε την ανάδυση της τριαδικής σκέψης στο έργο του Μπερνάρ από το Τρεβίζο Παραβολή, στο Αμφιθέατρο του Κούνραθ, στον Μίκαελ Μάγιερ και τον ανώνυμο συγγραφέα του Υδρείου της Σοφίας. Ο Πάουλι στρέφει την προσοχή μας στην αντίθεση του Κέπλερ και του Ρόμπερτ Φλουντ. Με αυτή την αντίθεση, έχασε η θεωρεία της αντιστοιχίας του Φλουντ και παραχώρησε τη θέση της στη θεωρία των τριών αρχών του Κέπλερ. Η αποδοχή της τριάδας, η οποία είναι σε αρκετά σημεία αντίθετη με την αλχημιστική παράδοση έδωσε ώθηση σε μια επιστημονική εποχή που αγνοούσε εντελώς την αντιστοιχία και προσκολλήθηκε πεισματικά στην τριαδική άποψη του κόσμου, η οποία περιέγραφε και ερμήνευε τα πάντα σαν χώρο, χρόνο και αιτιότητα.


Η επανάσταση που προκάλεσε η ανακάλυψη της ραδιενέργειας, τροποποίησε σημαντικά τις κλασσικές απόψεις της φυσικής. Η αλλαγή της άποψης είναι τόσο μεγάλη, ώστε μας υποχρεώνει να αναθεωρήσουμε το κλασικό σχήμα που χρησιμοποιήσαμε προηγούμενα. Χάρη στο φιλικό ενδιαφέρον που έδειξε ο Καθηγητής Πάουλι για τις ψυχολογικές μου απόψεις και χάρη στο γεγονός ότι συζήτησα όλα αυτά τα πράγματα με έναν εξέχοντα φυσικό, είμαι σε θέση να προτείνω κάτι που περιλαμβάνει και τις σύγχρονες απόψεις της φυσικής. Ο Πάουλι πρότεινε την αντικατάσταση της αντίθεσης χώρου και χρόνου με τη διατήρηση της ενέργειας και το χωροχρονικό συνεχές. Η πρότασή του με οδήγησε σε ένα πλησιέστερο ορισμό του ζεύγους – αιτιότητα , συγχρονικότητα- ώστε να εδραιωθεί κάποια σύνδεση ανάμεσα σε δύο, ετερογενείς ουσιαστικά, έννοιες. Τελικά συμφωνήσαμε στην παρακάτω τετράδα:

Ακάλυπτη ενέργεια-χωροχρονικό συνεχές
Διαρκής σύνδεσης μέσω του αποτελέσματος (Αιτιότητα) – Ασυνεχής Σύνδεση μέσω του Ενδεχόμενου, της Αντιστοιχίας ή του Νοήματος (Συγχρονικότητα)

(σημείωση : τα ανωτέρω παρουσιάζονται σε σχήμα σταυρού. Τα δύο πρώτα επάνω και κάτω και τα επόμενα αριστερά και δεξιά)






Αυτή η διάταξη ικανοποιεί τόσο τη σύγχρονη φυσική όσο και την ψυχολογία. Η ψυχολογική άποψη χρειάζεται αποσαφήνιση.



 Αιτιατή ερμηνεία της συγχρονικότητας αποκλείεται, για λόγους που αναφέραμε πιο πάνω. Ουσιαστικά αποτελείται από «τυχαίες» αντιστοιχίες. Το συγκριτικό τέταρτο στηρίζεται σε ψυχοειδείς παράγοντες, τους οποίους ονομάζω αρχέτυπα. Είναι ακαθόριστοι, κάτι που σημαίνει ότι μπορούν να καθοριστούν μόνο προσεγγιστικά. Αν και σχετίζονται με αιτιατές διαδικασίες, διαρκώς υπερβαίνουν το πλαίσιο αναφοράς τους. Την όλη διαδικασία ονόμασα «υπέρβαση», γιατί τα αρχέτυπα δε βρίσκονται αποκλειστικά στην ψυχική σφαίρα, αλλά μπορούν να συμβούν και σε μη ψυχικές περιπτώσεις (αντιστοιχία της εξωτερικής φυσικής διαδικασίας με την ψυχική). Οι αρχετυπικές αντιστοιχίες είναι απρόοπτες και δεν επιδέχονται αιτιατό καθορισμό. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα αρχέτυπα και τις αιτιατές λειτουργίες που να συμμορφώνεται με κάποιο νόμο. Επομένως, δίνουν την εντύπωση πως αντιπροσωπεύουν μια ιδιαίτερη περίπτωση ενδεχόμενου ή σύμπτωσης ή εκείνης της «τυχαίας κατάστασης» που «διαπερνά το χρόνο, με τρόπο σύμφωνο προς το νόμο», όπως λέει ο Αντρέας Σπάιζερ (Andreas Speiser). Είναι μια πρωταρχική κατάσταση, η οποία «δε διέπεται από το μηχανικό νόμο», αλλά αποτελεί προϋπόθεση του νόμου, ένα υπόστρωμα ενδεχόμενου πάνω στο οποίο στηρίζεται ο νόμος. Αν θεωρήσουμε την συγχρονικότητα ή τα αρχέτυπα σαν ενδεχόμενο, τότε αυτό παίρνει την ιδιαίτερη μορφή ενός τύπου, ο οποίος έχει τη λειτουργική σημασία ενός παράγοντα σύνθεσης του κόσμου. Το αρχέτυπο αναπαριστά την ψυχική πιθανότητα, μια και παρουσιάζει τα ενστικτώδη γεγονότα με τη μορφή τύπων. Είναι γενικά μια ιδιαίτερη ψυχική περίπτωση πιθανότητας που «συνίσταται από τους νόμους του τυχαίου και οριοθετεί κανόνες για τη φύση, όπως και οι νόμοι της μηχανικής». Οφείλουμε να συμφωνήσουμε με το Σπαίζερ πως, αν και το ενδεχόμενο είναι «άμορφη ουσία» για την περιοχή της καθαρής διάνοιας, στην ψυχική ενδοσκόπηση αποκαλύπτεται σαν εικόνα ή τύπος που βρίσκεται τόσο πίσω από τις ψυχικές όσο και τις ψυχοφυσικές αντιστοιχίες.


Είναι δύσκολο να απελευθερώσουμε την εννοιολογική γλώσσα από το αιτιατό της ένδυμα. Η λέξη «πίσω», παρά την αιτιατή χροιά της, δεν αναφέρεται σε κάτι αιτιατό, αλλά σε μια υπαρκτή ποιότητα, μια αξεδιάλυτη σύμπτωση που απλά υπάρχει. Η νοήμων σύμπτωση ή η ισοδυναμία ανάμεσα σε μια ψυχική και μια φυσική κατάσταση, οι οποίες δεν έχουν κάποια αιτιατή σχέση, σημαίνει γενικά πως είναι ένας τύπος χωρίς αιτία, μια «μη αιτιατή ευρυθμία». Σε αυτή τη κατηγορία υπάγονται όλες οι «πράξεις δημιουργίας», a priori παράγοντες, όπως οι ιδιότητες των φυσικών αριθμών, οι ανακολουθίες της σύγχρονης φυσικής, κ.λ.π. Επομένως, στη διευρυμένη άποψη μας, θα πρέπει να περιλάβουμε όλα τα σταθερά και πειραματικά αναπαραγόμενα φαινόμενα, αν και η συγχρονικότητα -στο στενό ορισμό της- δε φαίνεται να συμφωνεί μαζί τους. Τα περισσότερα πειράματα αποτελούν συνήθως ατομικές περιπτώσεις που δεν επαναλαμβάνονται πειραματικά –αν και κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτα αληθινό, όπως έδειξαν τα πειράματα του Ράιαν και οι περιπτώσεις ορισμένων διορατικών. Τα γεγονότα αποδεικνύουν πως ακόμη και οι ατομικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν έχουν κάτι κοινό και χαρακτηρίζονται παραδοξότητες, παρουσιάζουν κάποιο ρυθμό κανονικότητας, δηλαδή ένα σταθερό παράγοντα. Από εδώ, ίσως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αντίληψή μας για τη συγχρονικότητα είναι πολύ στενή και απαιτεί κάποια πραγματική διερεύνηση. Για την ακρίβεια, τείνω προς την άποψη ότι η συγχρονικότητα, στη στενή της έννοια, δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη περίπτωση της μη αιτιατής ευρυθμίας –δηλαδή της ισοδυναμίας των ψυχικών και φυσικών διεργασιών, στις οποίες ο παρατηρητής μπορεί να ανακαλύψει το συγκριτικό τέταρτο. Μόλις αντιληφθεί το αρχετυπικό βάθος, προσπαθεί να μετατρέψει την αμοιβαία αφομοίωση των ανεξάρτητων ψυχικών και φυσικών διεργασιών σε (αιτιατή) απεικόνιση του αρχέτυπου, παραβλέποντας το γεγονός ότι είναι απρόοπτο.


Ο κίνδυνος αποφεύγεται, αν δει τη συγχρονικότητα σαν ιδιαίτερη περίπτωση της γενικής μη αιτιατής ευρυθμίας. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε τον αδιάκοπο πολλαπλασιασμό των αρχών ερμηνείας μας, γιατί το αρχέτυπο είναι η ενδοσκοπικά αναγνωρίσιμη μορφή μιας a priori ψυχικής ευρυθμίας. Αν συνδεθεί με αυτή τη μορφή μια εξωτερική συγχρονιστική λειτουργία, τότε ενσωματώνεται στο ίδιο βασικό πρότυπο -δηλαδή γίνεται τμήμα αυτής της «ευρυθμίας». Αυτή η μορφή ευρυθμίας διαφέρει από την κανονικότητα των φυσικών αριθμών ή τις ανακολουθίες της φυσικής. Οι ανακολουθίες της φυσικής υπήρχαν ανέκαθεν, ενώ οι μορφές ψυχικής ευρυθμίας είναι πράξεις δημιουργίας μέσα στο χρόνο. Για αυτό ακριβώς έδωσα έμφαση στο στοιχείο του χρόνου σαν γενικό χαρακτηριστικό αυτών των φαινομένων, και για αυτό τα ονόμασα συγχρονιστικά. […]

Η συγχρονικότητα δεν είναι παραδοξότερη ή πιο μυστηριώδης από τις ανακολουθίες των φυσικών επιστημών. Εκείνο που μας δυσκολεύει και μας κάνει να βρίσκουμε αδιανόητη την ύπαρξη μη αιτιατών γεγονότων, είναι η βαθιά ριζωμένη πίστη στην κυρίαρχη δύναμη της αιτιότητας. Αν υπάρχουν όμως τέτοια φαινόμενα, θα πρέπει να τα δούμε σαν δημιουργικές πράξεις, σαν συνεχή δημιουργία ενός σχεδίου που υπήρχε ανέκαθεν, που επαναλαμβάνεται ενίοτε και δεν πηγάζει από κανένα γνωστό προηγούμενο. Βέβαια, θα πρέπει να προσέχουμε να μη βλέπουμε σαν «μη αιτιατό» κάθε συμβάν που έχει άγνωστη αιτία. Κάτι τέτοιο υφίσταται μόνο όταν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε αιτία. Αλλά και να μπορούσε να τη σκεφτεί κανείς, τότε χρειάζεται να την υποβάλει στη σκληρότερη κριτική. Αν ανταποκρινόταν το άτομο στην αρχική φιλοσοφική μας σύλληψη για την ύπαρξή του, τότε η διάσπαση του θα ήταν αδιανόητη. Αφού, όμως, είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί γίνεται αδιανόητη η μη διάσπασή του. Οι νοήμονες συμπτώσεις, ίσως είναι απλά καθαρές συμπτώσεις. Όσο πολλαπλασιάζονται, όμως, όσο μεγαλύτερη και ακριβέστερη γίνεται η αντιστοιχία τους, τόσο μειώνεται η πιθανότητα τους και θεωρούνται αδιανόητες. Τελικά, φτάνει κανείς στο σημείο να μην μπορεί να τις δει σαν καθαρές συμπτώσεις –μια και λείπει η αιτιατή ερμηνεία- αλλά σαν νοήμονες διευθετήσεις. Όπως είπαμε προηγούμενα, το αδιανόητό τους δεν οφείλεται στο γεγονός ότι είναι άγνωστη η αιτία, αλλά ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε καν την αιτία με διανοητικούς όρους. Κάτι τέτοιο συμβαίνει αναγκαστικά όταν χάσει το νόημά του ο χωροχρόνος και γίνει σχετικός. Και αυτό γιατί δεν μπορούμε πλέον να πούμε πως υπάρχει κάποια αιτιότητα που προϋποθέτει χώρο και χρόνο για τη συνέχιση της, οπότε γίνεται εντελώς αδιανόητη.



Για αυτούς τους λόγους πιστεύω πως χρειάζεται να εισάγουμε δίπλα στο χωροχρόνο και την αιτιότητα μια νέα κατηγορία, η οποία όχι μόνο θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα φαινόμενα της συγχρονικότητας σαν ιδιαίτερη τάξη φυσικών φαινομένων, αλλά θα βλέπει το «ενδεχόμενο» σαν παγκόσμιο παράγοντα που υπήρχε ανέκαθεν και σαν σύνολο των άπειρων ατομικών πράξεων δημιουργίας που συντελούνται μέσα στο χρόνο.


Πηγή : Συγχρονικότητα ο Αόρατος Κοσμικός Ιστός, C. G. Jung, εκδόσεις ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ, Αθήνα 2003, Σελ 117-125


Πηγή:http://hermetic-universe.blogspot.gr/2011/07/blog-post_28.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου