Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η δυσωδία του μίσους






Μια δασκάλα έχει αποφασίσει να παίξουν ένα παιχνίδι στην τάξη της.



Λέει λοιπόν στα παιδιά, να φέρει το κάθ’ ένα, μια πλαστική σακούλα, που θα περιέχει μέσα μερικές πατάτες. Σε κάθε πατάτα θα δώσει ένα όνομα από τα πρόσωπα που μισεί.


Έτσι, ο αριθμός των πατατών που κάθε παιδί θα βάλει στη σακούλα του θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των ανθρώπων που μισεί.

Την άλλη μέρα κάθε παιδί, έφερε από μια σακούλα με πατάτες, με το όνομα των ανθρώπων που μισούσαν, γραμμένο σε κάθε πατάτα.


 Κάποια παιδιά είχαν δύο πατάτες μέσα στη σακούλα, άλλα τρεις, άλλα πέντε και άλλα περισσότερες. Η δασκάλα λέει μετά στα παιδιά, να κουβαλούν μαζί τους την πλαστική σακούλα με τις πατάτες, όπου και αν πηγαίνουν (ακόμη και στην τουαλέτα), για μερικές μέρες.
Ύστερα από αρκετές μέρες, τα παιδιά άρχισαν να διαμαρτύρονται, λόγω της δυσάρεστης οσμής που άφηναν οι πατάτες οι οποίες άρχισαν να σαπίζουν.


 Άλλωστε, αυτοί που είχαν περισσότερες πατάτες στη σακούλα, έπρεπε να αντέξουν και το μεγαλύτερο βάρος τους. Κάποιες μέρες αργότερα, το παιχνίδι τελείωσε και τα παιδιά ανακουφίστηκαν και από την απαλλαγή τους από το βάρος αλλά και από τη δυσοσμία των χαλασμένων πατατών.

Η δασκάλα ρώτησε τα παιδιά: «Πώς αισθανθήκατε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού;. Τα παιδιά, άρχισαν ομαδικά να διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι έπρεπε να κουβαλούν παντού μια τσάντα με πατάτες και μάλιστα χαλασμένες με άσχημη μυρωδιά, από κάποια στιγμή και μετά.


Στη συνέχεια, η δασκάλα τους αποκάλυψε το κρυμμένο νόημα πίσω από το παιχνίδι . «Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση όταν έχετε μίσος για κάποιον μέσα στην καρδιά σας. Η δυσωδία από το μίσος θα φωλιάσει στην ψυχή σας και θα το μεταφέρετε μαζί σας όπου κι αν πάτε συνεχώς. Αν δεν μπορείτε να ανεχθείτε τη μυρωδιά των σάπιων πατατών για μερικές μόνο μέρες, μπορείτε να φανταστείτε πως θα είναι να έχετε τη δυσωδία του μίσους στην ψυχή σας για μια ζωή;



Ηθικό Δίδαγμα: Προσπαθήστε να αποβάλλετε το μίσος που έχετε για τους άλλους και συγχωρέστε τους, ώστε να μην έχετε το βάρος στην καρδιά σας για μια ζωή.


Η αληθινή αγάπη δεν είναι ν’ αγαπάς ένα τέλειο, σημαντικό και δυνατό άτομο, αλλά να αγαπάς ένα ασήμαντο και με ελαττώματα πρόσωπο, δυνατά!!















Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Asturias (Leyenda) Ένας "θρύλος" που χορεύεται από "φλεγόμενα πόδια"










Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την ετυμολογία του flamenco.Μία από αυτές είναι πως,η λέξη φλαμένκο μεταφράζεται ως «φλογερό» (ρίζα είναι η λατινική λέξη flamma που σημαίνει φλόγα).Και άλλη πως η λέξη στα ισπανικά σημαίνει "φλαμανδός". Σύμφωνα με μια άποψη, αναφερόταν στους στρατιώτες της φλαμανδικής φρουράς του Κάρολου του 5ου, και κατ' επέκταση έφτασε να σημαίνει τον λεβέντη, αυτόν με το έντονο ταμπεραμέντο

.

Το Φλαμένκο (ισπ. Flamenco) είναι ένας ισπανικός όρος που αφορά ένα είδος μουσικής και χορού, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τον 19ο αιώνα.

Το φλαμένκο ενσωματώνει μια σύνθετη μουσική και πολιτισμική παράδοση. Προήλθε αρχικά από την περιφέρεια της Ανδαλουσίας, όπου αναπτύχθηκε σαν ξεχωριστή υποκουλτούρα με κέντρα τη Σεβίλλη, το Κάδιξ και τη Μάλαγα, στη συνέχεια όμως εξελίχτηκε σε χαρακτηριστικό κομμάτι του πολιτισμού ολόκληρης της Ισπανίας, ενσωματώνοντας και μετασχηματίζοντας λαϊκά μουσικά στοιχεία σε διαφοροποιημένες μουσικές φόρμες και από άλλες περιφέρειες, όπως η Μούρθια κι η Εξτρεμαδούρα.

Είναι γενικότερα παραδεκτό ότι το φλαμένκο δημιουργήθηκε από τη μοναδική συνύπαρξη και μείξη της αραβικής, ανδαλουσιανής, σεφαρδιτικής και τσιγγάνικης κουλτούρας στην περιοχή της Ανδαλουσίας πριν και μετά τη Ρεκονκίστα (Ανακατάληψη), την ιστορική δηλαδή περίοδο κατά την οποία οι Χριστιανοί βασιλιάδες ανακατέκτησαν την Ισπανία από τους Μουσουλμάνους. Χαρακτηριστικό μουσικό όργανο είναι η κιθάρα φλαμένκο.

Το 2010 η ΟΥΝΕΣΚΟ συμπεριέλαβε το φλαμένκο στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας ύστερα από σχετική αίτηση της Ισπανίας.



Ο ίδιος   όμως χορός, χορεύεται και από "φλεγόμενα χέρια"...στην ταστιέρα μιας κιθάρας 







http://acg-musik.com/


 Και η καθιερωμένη, διαφορετική εκτέλεση 



 ακόμη πιο Rock Version



Καλή  εβδομάδα σε όλους




ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ-ΠΗΓΕΣ
www.wikipedia.org
www.youtube.com

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»




"Τα βήματα της ανθρωπότητας είναι οι ταφόπλακες των ρομαντικών"



Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στη Καβάλα to 1930 από γονείς καπνεργάτες. Έζησε τα πρώτα του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, εργάτες και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Η οικογένεια του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη, όπου o Χρόνης δουλεύει σαν μικροπωλητής.

Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Οργανώνεται στο Δημοκρατικό στρατό πόλεων, και στα 17 του το 1947, συλλαμβάνεται, βασανίζεται άγρια, και καταδικάζεται σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν. Το 1953 αποφυλακίζεται, παρουσιάζεται στο στρατό και στέλνεται στο Μακρονήσι, αργότερα στον Αη-Στράτη, ώς το 1962 που διαλύθηκε το στρατόπεδο. Από τότε, δουλεύει ως στέλεχος της Ε.Δ.Α. Η δικτατορία του '67 τον βρίσκει μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη. Περνάει στη παρανομία και μαζί με άλλα στελέχη ιδρύουν το Π.Α.Μ. Το Νοέμβριο του 1967 συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από το στρατοδικείο σε δεκαοχτώ χρόνια φυλακή. Και πάλι Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός, ως την αμνηστία, τον Αύγουστο του 1973.



Ήταν μια ζεστή μέρα του Ιουλίου με τα τζιτζίκια να έχουν ήδη αρχίσει τo τραγούδι τους, όταν πριν τις 11, χτυπούσα το κουδούνι στην αγροικία του Χρόνη και της Ρηνιώς. Ζούν εκεί, λίγο έξω από το Μικροχώρι Καπανδριτίου, κάτι παραπάνω από ένα τέταρτο του αιώνα. Πίσω από ένα παλιό βυσσινί Niva ξεπρόβαλε ο Χρόνης με βήματα αργά, συνοδευόμενος από επιβλητικό, λευκό, φουντωτά τριχωτό σκύλο. Αργότερα έμαθα ότι ήταν γένους θηλυκού, ονόματι Stormy. Καταιγίδα. Σε αντίθεση με το όνομα της δεν παρατηρούσες κάποια καταιγιστική συμπεριφορά. Στην ίδια περίπου ρότα κινήθηκε και ο βιός του Χρόνη. Μετά από μια τόσο καταιγιστική, πλήρη, ζωή έχεις απέναντι σου έναν άνθρωπο βαθιά ήρεμο, με σπάνιες εμπειρίες, γοητευτικά γερασμένο. Καλωσόρισε, χαιρέτησα και σε λίγα λεπτά συζητούσαμε στη γωνιά του. Ανάμεσα μας το μικρό του γραφείο. Αριστερά του, ένα ανοικτό παράθυρο που ξεχείλιζε από τους κόκκινους ιβίσκους του Ελληνικού καλοκαιριού. Οι ερωτήσεις μου δεν έχουν τόση σημασία. Στο κείμενο που ακολουθεί, παραθέτονται μοναχά ο δικός του λόγος. Μεστός, καινοτόμος, ενδιαφέρων, ανθρώπινος, αγωνιστικός, ρομαντικός, σπαραξικάρδιος, οπωσδήποτε καταιγιστικός αλλά και αισιόδοξος, παρά το κλίμα της εποχής. "..Πιστεύαμε, κάποιοι ρομαντικοί, τότε ότι μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο, κάτι ιδιαίτερο, αλλά όπως έχει πει ο Δαντών: "τα βήματα της ανθρωπότητας είναι οι ταφόπλακες των ρομαντικών". Ήμαστε, θαρρώ, η τελευταία γενιά των Μοϊκανών, των ρομαντικών. Είχαμε έναν μύθο, πιστεύαμε μια ιδεολογία, για αυτή θυσιάζαμε και τη ζωή μας ακόμα. Για μια καλύτερη ανθρωπότητα, για μια ομορφότερη κοινωνία, όλα τα γνωστά. Ε! αποδείχτηκε ότι το όραμα της ιδανικής κοινωνίας που παλεύαμε δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, διότι η συνείδηση των ανθρώπων, κι όταν λέω συνείδηση εννοώ παιδεία, βαθιά παιδεία, δεν ήταν στο επίπεδο του πολιτισμού που έπρεπε να δημιουργήσει. Έτσι ξανακαβάλησε η εξουσία και με όλα τα προσχήματα, νόμιμα, ή παράνομα εγκαθίδρυσε ένα καινούργιο καθεστώς, χειρότερο από εκείνο που προϋπήρχε. Αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την Οκτωβριανή επανάσταση, το Βιετναμ, την Κούβα, παντού…" "…Οι μόνοι από τους επαναστάτες οραματιστές που διέσωσαν την αθωότητα τους είναι εκείνοι που σκοτώθηκαν νωρίς. Από τον Χριστό, τον Γκεβάρα, τον Βελουχιώτη, τον Μπελογιάννη, και τόσους άλλους..." "..Δεν χάθηκε, δεν υπήρξε ευκαιρία, το '44. Εδώ πάνω έχει ένα ταβερνάκι. Το είχε ένας γέροντας, ο μακαρίτης πια ο Μπάρμπα – Βασίλης. Καθόμαστε μια μέρα και κουβεντιάζαμε. Εγώ αντάρτης, εκείνος στον εθνικό στρατό. Ήταν πολυβολητής. Εκεί που τα πίναμε και τα λέγαμε, αναρωτιόταν τι παραλογισμό ζήσαμε. Γυρνάω και του λέω: "Βασίλη καλά που κράταγες το πολυβόλο σου γερά, γιατί αν είχαμε κερδίσει εμείς θα καταστρέφαμε την Ελλάδα". Έτσι είναι τα πράγματα. Το επίπεδο της καθοδήγησης και του λαού ήταν τέτοιο, που δεν μπορούσε να στηρίξει ένα καινούργιο πολιτισμό, πέρα από το γεγονός ότι οι συνθήκες ήταν τέτοιες, που τι θα γινόμαστε; Μια Βουλγαρία, μια Αλβανία, κάτι τέτοιο…" "…Μετά τον εμφύλιο η δεξιά κράτησε όλους τους νόμους. Τον 509, το τρίτο ψήφισμα και πίεζε έως εξοντώσεως την αριστερά. Ανεξάρτητη δικαιοσύνη και κολοκύθια στο πάτερο. Άσε τις καταδίκες μου στα στρατοδικεία. Στις εξορίες όμως, μας στέλνανε αφού περνούσαμε -υποτίθεται, διότι δεν μας πήγαιναν ποτέ- από επιτροπές εφετών. Εκεί λοιπόν έγραφαν: "επί εν εισέτι έτος διότι κρίνεται επικίνδυνος δια την δημοσίαν τάξιν". Οι επιτροπές αυτές αποτελούνταν από δικαστές, όχι από στρατοδίκες. Πως στέλνεις ρε μ@λ@κ@ έναν άνθρωπο στην εξορία που ούτε καν τον γνωρίζεις; Κάθε χρόνο; Επί δέκα συνεχή χρόνια; Χωρίς να τον έχεις συναντήσει, να τον έχεις συζητήσει ούτε μια φορά;…" "…Όταν επέστρεψα από ένα ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, το '64, αφού είχα πάρει με χίλια ζόρια διαβατήριο, με ρώτησε η Ρηνιώ, πως είναι τα πράγματα. Ήμουν απογοητευμένος με αυτά που είχα αντικρίσει και της είπα. "Άσε, αλλά εμείς που ήμαστε Μεσογειακός λαός, θα σενιάρουμε έναν κομουνισμό, άλλο πράγμα." Δεν τα πίστευα, αλλά τι να κάνω, τι να πω; Που να πάω; Το κόμμα και η πάλη μου για τον κομμουνισμό ήταν η ζωή μου η ίδια. Είναι εύκολο να αρνηθείς τη ζωή σου; Σήμερα ας πούμε, μια χαρά παλιοί σύντροφοι, είναι ακόμα στο κόμμα. Πώς να αρνηθούν τη ζωή τους;…" "…Όταν μετά την δικτατορία αποφυλακίστηκα, δούλευα σε μια επιχείρηση. Κάποιος με ζητούσε επίμονα. Τον κοιτώ, με κοιτά ήταν ένας από τους βασανιστές μου στην ασφάλεια "Τι συμβαίνει; Πως από εδώ." ρωτώ. "Ρε συ Χρόνη να, ..ντρέπομαι κιόλας, αλλά έχω ένα γιο, και δεν έχει δουλειά. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις;". Πιάσαμε την κουβέντα. Μετά πήγαμε στη "Σμαρώ", ένα ουζερί στην Καισαριανή, τα ήπιαμε και κλαίγαμε και οι δυο. Κοίτα να δεις. Όταν είσαι επαναστάτης και μάλιστα ρομαντικός, για να μπορέσεις να επιβιώσεις μέσα από αυτή τη κρεατομηχανή που σε περνά η εξουσία, πρέπει να φυλάξεις τον πολιτισμό και την αξιοπρέπειά σου σαν το ακριβότερο άρωμα. Να μην πέσεις στο επίπεδό τους. Μόνον αυτό σε σώζει σαν άνθρωπο. Αυτό είναι που σε κάνει άνθρωπο μέσα σε αυτή τη σύγκρουση. Αυτός είναι ο πολιτισμός. Αν βγαίναμε από τα πηγάδια που μας είχαν ρίξει, φορτωμένοι με χειροβομβίδες και μαχαίρια θα ήμαστε μια από τα ίδια…" "…Στη φυλακή με τους συγκρατούμενους μου λέγαμε, σαν παιχνίδι, τι δουλειά θα κάναμε στο μέλλον. "Χρονάρα εσύ τι θα κάνεις;" ρωτούσαν. "Ενωματάρχης στην ασφάλεια", απαντούσα. Κι αυτοί νόμιζαν ότι έτσι, εγώ θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Αλλά δεν το έλεγα με αυτό το σκοπό. Ήθελα να παρηγορώ τις μανάδες για τα παιδιά τους, που ήταν μέσα. Φανταζόμουνα τι τράβαγε η μάνα μου, που μου έφερνε κάθε μέρα καθαρά ρούχα για να παίρνει τα ματωμένα, ώστε να καταλαβαίνει κάθε πότε με βασανίζουν..." "…Το θέμα είναι να κερδίσεις τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να σώσεις τους ανθρώπους αν δεν θέλουν οι ίδιοι να σωθούν. Εμείς οι κομμουνιστές το κάναμε αυτό. Ντε και καλά να τους σώσουμε. Άμα ο άλλος δεν γουστάρει, δεν νοιώθει ότι πρέπει να σωθεί, πως θα τον υποχρεώσεις…"; "…Ο Αντρέας, ως μέγας δημαγωγός, πήρε όλη τη γκάμα των συνθημάτων της αριστεράς, τα υιοθέτησε, τα απαξίωσε μέσα από την εξουσία του και η αριστερά έψαχνε να βρει την προίκα της. Σαν να μην έφτανε αυτό, μας κληρονόμησε και το σόι του…" "…Τότε, εμείς οι ρομαντικοί είχαμε μια ιδεολογία, ένα όραμα, ένα όνειρο, είχαμε βέβαια και έναν αντίπαλο απέναντί μας. Το σύστημα ασκούσε τη βία στο σώμα μας. Μας φυλάκιζε, μας βασάνιζε, μας τουφέκιζε. Σήμερα το σύστημα ασκεί τη βία του στον εγκέφαλο. Τους κάνει λοβοτομή. Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να διαμορφώσει συνείδηση ο άνθρωπος. Ζει σε έναν ψεύτικο κόσμο, μια ψεύτικη ζωή. Υπάρχει καταναλωτισμός, διαφήμηση, τηλεόραση. Από τις δικές μας γενιές αφαίρεσαν την ποιότητα ζωής. Από τις σημερινές γενιές τους αφαιρούν την ίδια τη ζωή. Ο νέος άνθρωπος τι μέλλον έχει σε αυτή τη χώρα; Ακούει καθημερινά νούμερα, μνημόνια, χρεοκοπίες και τα ρέστα. Είναι δημοκρατία να έχουν συμβεί όλα αυτά τα τραγικά μετά την μεταπολίτευση, να έχει οδηγηθεί η χώρα σε υποδούλωση, σε εθνική υποτέλεια, τόσα σκάνδαλα, μίζες και να μην έχει πάει ένας άνθρωπος φυλακή; Ένας να μην έχει ζητήσει συγνώμη; Ένας ρε! Ποια δικαιοσύνη; Ποια δημοκρατία; Επειδή έφαγε ο Πάγκαλος ένα γιαούρτι στη μούρη θίγουμε τους θεσμούς; Αν υπήρχε μια ευνομούμενη δημοκρατία έπρεπε να παραπεμφθούν για δωσιλογισμό, όσοι άσκησαν εξουσία. Ζούμε μια τραγωδία με ηθοποιούς μαριονέτες. Όσο για το παρελθόν άστο να κοιμάται. Το σύστημα έχει τέτοια δύναμη ώστε σβήνει τα χνάρια της ιστορίας. Είναι τρομακτικό…" "…Ενώ το πολιτικό σύστημα μας έχει φέρει σε αυτό σημείο, μόλις συμβαίνει μια παρεκτροπή, μια προπηλάκιση ενός βουλευτή, αμέσως τίθεται θέμα θεσμών της Δημοκρατίας. Προσωπικά είμαι εναντίον αυτών των μεθόδων, αλλά αν έχεις έναν ολόκληρο λαό αγανακτισμένο κάποιος είναι και παρορμητικός. Αυτό σημαίνει ότι θίγονται οι θεσμοί; Και ποιοι είναι αυτοί; Κάθε τέσσερα χρόνια να πουλάς την ψήφο σου στον υποψήφιο ή στο κόμμα με την προσδοκία να βρεις μια θέση στην κοινωνία, μια εργασία, εσύ ή το παιδί σου; Αυτή είναι η Δημοκρατία; Το δικαίωμα στην εργασία, σε μια αξιοπρεπή ζωή, στην ασφάλεια, στην ευτυχία, το δικαίωμα στο να εξασφαλίσεις το μέλλον των παιδιών σου δεν είναι δημοκρατικό δικαίωμα και είναι το παζάρι που γίνεται κάθε 4 χρόνια; Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται άπαξ και έχει ημερομηνία λήξεως και έχουμε το δικαίωμα να τη χαρούμε να την μοιραστούμε, να δημιουργήσουμε. Ε! το γεγονός ότι το σύστημα μας εμποδίζει τα κάνουμε όλα αυτά και μας οδηγεί στην κατάθλιψη, στην μιζέρια, στην ανεργία, στην ανασφάλεια, με συγχωρείτε αλλά αυτό δεν είναι δημοκρατία…" "…Για αυτό θεωρώ σημαντικό γεγονός ότι οι άνθρωποι βγήκαν στις πλατείες. Να κοιταχτούν, να ψαχτούν, να συναντήσουν τα όνειρά τους, να αλλάξουν κάποιες κουβέντες, να βγουν από τις μάντρες των κομμάτων. Το αυθόρμητο είναι δημιουργία. Και βέβαια όλοι οι ηγήτορες των κομμάτων αναρωτήθηκαν, πως γίνεται αυτό χωρίς αυτούς, χωρίς καθοδήγηση;…" "…Το σύστημα από χρόνια τώρα, κυριαρχεί τόσο πολύ, ώστε έχει υποχρεώσει τους ανθρώπους να το αναπαράγουν συνεχώς. Και το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι απλώς και μόνον η διεύρυνση των θεσμικών ορίων της ελευθερίας μέσα στην κοινωνία. Το πρόβλημα είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου. Εκεί είναι η δυσκολία διότι οι άνθρωποι έχουν μεταλλαχτεί και είναι πολύ δύσκολο να ξαναβρούν τον εαυτό τους, την οντότητά τους…" "…Όταν ακούω για το πόσο πλούσιο κράτος ήμαστε, επειδή ανακαλύψαμε τα πετρέλαια στο Αιγαίο και στο Ιόνιο με πιάνει κατάθλιψη. Θα τα καταστρέψουμε, όλα. Θα γίνουμε μια αποικία των πολυεθνικών του πετρελαίου. Φαντάζεσαι τις πλωτές δεξαμενές άντλησης στο Αιγαίο και τα βαπόρια να πηγαινοέρχονται;…" "…Ακόμα και οι ακτιβιστές οικολόγοι οι οποίοι αναμφισβήτητα κάνουν μια σοβαρή δουλειά για να διαμορφωθεί μια οικολογική συνείδηση, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι ο πλανήτης μας έχει δύο περιβάλλοντα. Το φυσικό και το κοινωνικό. Το πρόβλημα είναι ότι το κοινωνικό ασκεί τέτοια καταστροφική πίεση στο φυσικό ώστε για να το προστατεύσουμε πρέπει να κάνουμε ανατροπές στο κοινωνικό. Για αυτό η οικολογία είναι επαναστατική. Ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει, ότι το περιβάλλον είναι το σπίτι του..". "…Η διαφήμιση έχει τρελάνει τους ανθρώπους. Συνέχεια παράγει καινούργια προϊόντα, τα οποία προσπαθεί να πλασάρει. Η διαφήμιση έχει εκπορνεύσει μέχρι και τα πιτσιρίκια. Τα βάζουν εκεί να διαφημίζουν γαριδάκια ή οτιδήποτε με κινήσεις "αρτίστας". Σκουπίδια. Καταναλώνουμε τους πόρους του πλανήτη με τέτοια ταχύτητα και ασυδοσία που δεν ξέρουμε τι θα γίνει αύριο. Τα φυσικά αγαθά, το νερό, ο αέρας, ο ήλιος καταστρέφονται. Και τούτοι οι κερατάδες, οι πολιτικοί βγαίνουν με στην τηλεόραση και μας κουνούν και το δάκτυλο…" "..Ζούμε μια άσχημη εποχή. Εμείς, συγκρουόμασταν, δίναμε μάχη χαρακωμάτων, παλεύαμε. Σήμερα κλέβουν τη ζωή των παιδιών, των ανθρώπων. Σήμερα με ποιόν να παλέψεις; Ούτε αφεντικό δεν έχεις. Πολυεθνική εταιρεία σου λέει. Τέτοιοι είναι οι μηχανισμοί. Ψεύτικο χρήμα, πλαστικό. Γύρω σου δεν υπάρχει μια αξία για να στηριχτείς. Τι είναι αυτό; Κοινωνία; Πολιτισμός;…" "..Το χίπικο κίνημα ήταν η τελευταία εξέγερση του ανθρώπου. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό; Διότι είχε αντιληφθεί ότι τα πανεπιστήμια μετατρέπονταν σε στρατόπεδα τεχνοκρατικής γνώσης που θα παρήγαγαν, όπως παράγουν, ηλιθίους υψηλής τεχνολογίας. Έτσι ξεκίνησε η αμφισβήτηση όλου του συστήματος. Μαζί με τον πόλεμο του Βιετ - ναμ γεννήθηκε μια δυναμική που αμφισβητούσε πλέον τα πάντα. Για να το διαλύσουν έριξαν με τους τόνους τα χημικά ναρκωτικά. Δυστυχώς το σύστημα είναι τόσο ισχυρό που το έκανε μόδα. Εδώ έκανε μόδα και τη φιγούρα του Γκεβάρα, τον χιπισμό θα άφηνε;…" "…Στην Καβάλα πήγα για τελευταία φορά πριν λίγα χρόνια. Με πονάει πολύ. Δεν έβρισκα το δρόμο του σπιτιού που γεννήθηκα. Την έχουν καταστρέψει. Πολυκατοικίες τέρατα…" "…Τι να κόψω; Το τσιγάρο; Ογδόντα ενός χρονών άνθρωπος, 68 από αυτά καπνιστής. Πάσχω και από αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αλλά αν το κόψω θα είναι σοκ για μένα …" "…Τι να κάνουμε; Να ξαναφτιάξουμε την πατρίδα μας. Να ξαναεποικίσουμε τη γη μας. Να ξαναστήσουμε τη γεωργία μας. Έχουμε μια χώρα παράδεισο. Παράγουμε τα πάντα και τόσο εκλεκτά. Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη. Να πάνε στο διάολο και οι δανειστές και τα χρέη μας. Τι θα κάνουν; Θα μας στείλουν τους πεζοναύτες; Θα υποφέρουμε, αλλά θα υποφέρουμε για μας και ό,τι δημιουργήσουμε θα είναι δικό μας πια…" Ζεστή μέρα του Ιουλίου με τον ήλιο, να μοιράζει αλύπητα τις καυτές, κάθετες πια ακτίνες του και τα τζιτζίκια να "δουλεύουν" ήδη υπερωρίες όταν, μετά τις δύο το μεσημέρι, η Ρηνιώ με συνόδευε μέχρι την εξώπορτα. Ο Χρόνης, ύστερα από το μεσημεριανό "τουρλού" και το κρασί που μοιραστήκαμε, είχε πλαγιάσει και ίσως να ονειρευόταν, είτε το μαχαλά των παιδικών του χρόνων στα Ποταμούδια, είτε την ιδανική κοινωνία. Θυμάμαι μια κουβέντα του: "Αφού η γενιά μου δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον να μην αφήσω τον κόσμο να με αλλάξει, κι αυτό είναι ύψιστη πολιτική θέση κατά την άποψή μου" Στις μέρες που ζούμε και η επόμενη γενιά, η δική μου γενιά, οφείλει να αποδεχτεί παρόμοιες σκέψεις. Όχι μόνον ως δήλωση, ως αποδοχή της όποιας ήττας - αποτυχίας αλλά και ως σημαία, ως σύνθημα, ως σάλπισμα της τελευταίας, ίσως, μάχης. Εκείνης της προάσπισης της αξιοπρέπειάς της. Ο Χρόνης και αρκετοί ακόμα που δεν έτυχε να γίνουν ευρύτερα γνωστοί, αξίζουν με το παραπάνω αυτή την ύψιστη τιμή. Όχι μόνον διότι άντεξαν στο άλεσμα της κρεατομηχανής, όχι μόνον διότι ενώ προδόθηκαν δεν έβγαλαν άχνα, αλλά και διότι δεν διεκδίκησαν ποτέ, στάλα εξουσίας. Αυτό που τελικά μένει μετά από 81 χρόνια ζωής, εκ των οποίων 20τόσα φυλακίσεων, εκτοπίσεων και ατελείωτων, βάναυσων ξυλοδαρμών είναι το απόσταγμα της πορείας, η ανιδιοτέλεια των θυσιών και η πλήρης αποδοχή όλων όσοι καταλαβαίνουν. Αυτό το τελευταίο, είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω την επόμενη φορά που βρεθήκαμε στο ταβερνάκι του Βασίλη, κάτω από τη δροσερή μουριά. Με πόση θέρμη, με πόσο ανοιχτά χαμόγελα, τον χαιρετούσαν οι συντοπίτες του, με τι χαρά τον κερνούσαν, χωρίς να περιμένουν τίποτα για αντάλλαγμα, δίχως να υπάρχει καμιά συναλλαγή. Το εισέπραξα σαν τον θρίαμβο της ανθρωπιάς, της επικοινωνίας, της ανυστεροβουλίας, της συντροφικότητας. Μπορεί όλα αυτά να είχαν, για τον Χρόνη ένα κόστος τεράστιο, κολοσσιαίο. Είμαι όμως βέβαιος, ότι ποτέ δεν το σκέφτηκε, ποτέ δεν το μετάνιωσε και κυρίως, ποτέ δεν το διατίμησε. 
Κείμενο: Νικόλας Στ. Ζαλμάς από το Car and Driver 

Αποσπάσματα συνέντευξης που έδωσε ο συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος στο περιοδικό "Car & Driver". Ολόκληρο το ενδιαφέρον κείμενο θα τo βρείτε στην ιστοσελίδα του περιοδικού.








«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη και συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια “πίστη” σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής. Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Εχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας».



Ένα επίσης μικρό απόσπασμα, από συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου από "ΤΟ ΒΗΜΑ"




Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Το πάρτι και μια γιορτή που γέρασε...


...γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή










Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί, 
κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα θελε να ζει, 
γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή και 
όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία 
μέσα σ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε, 
μαζί με μας και τα όνειρα μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.




Γι' αυτό ένα πάρτυ σ' αυτό το δρόμο 
είναι πιο θλιβερό και από τον ίδιο το θάνατο, 
είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται, 
δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού, 
ένας σκύλος που απορεί, 
ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου, 
μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της, 
ένας κρυφός αναστεναγμός, 
ένα αρπαχτικό βλέμμα θηρίου που δεν τολμάει να αγγίξει, 
ένα κλουβί στην πόρτα σου με ένα πουλί που κοιμάται...


Γι' αυτό ένα πάρτυ στο δρόμο των Ονείρων 
είναι στιγμή πιο θλιβερή κι απ' τη στιγμή του ονείρου, 
είναι ένα ξέφτισμα ζωής, 
ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των αγγέλων. 



Κοιτάχτε τούτο το κλουβί
είναι λιγάκι πιο μεγάλο από την καρδιά μου,
κι όμως δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη μου, 
κοιτάχτε και τούτο το κορίτσι
θα του χαρίσω το κλουβί κι ένα τραγούδι θα μου πει...


για το πουλί που χάθηκε, για το πουλί που πια δε ζει







Η μέρα πέρασε
γέρασε η γιορτή











Καημένη μου έρημη καρδιά, 
θυμάσαι που είμαστε παιδιά κι είχαν φτερά οι ελπίδες; 
Είχα πάντα τον ήλιο συντροφιά κι απόμακρα απ’ τη συννεφιά, 
με χάιδευαν οι αχτίδες… 

Τώρα όλα φύγανε και που να πήγανε; 
Η μέρα πέρασε,γέρασε η γιορτή. 



Καημένη μου έρημη καρδιά, 
θυμάσαι εκεί στην αμμουδιά, που χτίζαμε παλάτια;
Γλάροι πετούσαν κι έστελναν φιλιά, 
σε μένανε το βασιλιά, με τα αθώα μάτια… 


Τώρα όλα φύγανε και που να πήγανε; 
Η μέρα πέρασε, γέρασε η γιορτή...




Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

σσσσσσσ...αν Επανάσταση


"σιωπή δώσε μου δύναμη"







μου λες έχουμε απέναντι
ένα θεριό αιμοβόρο και φριχτό

μα εγώ σου λέω ξέχνα τη
δε θέλω πια ψευδαίσθηση μες στο μυαλό


μου λες έχουμε πόλεμο
σου λέω "λέω να μείνω σιωπηλός"
να βρω εαυτό ατάραχος 
μα εσύ μου λες πως είμαι ένας δειλός


σιωπή δώσε μου δύναμη
μυαλό μου έλα πάρε κάθε οργή
και πέτα τη στους άγριους
που ψάχνουν εξουσίας φυλακή


καθάρισε τα πρόσωπα
ξεβρόμισε το μίσος απ' το νου
φέρτε φωτιές ν' ανάψουμε
να κάψουμε τη θλίψη του καιρού


δε θέλω πια συνθήματα
δε θέλω πια σημαίες και κραυγές
θέλω μονάχα βλέμματα
να τραγουδάμε αγάπη με ματιές

σιωπή δώσε μου δύναμη
μυαλό μου έλα πάρε κάθε οργή
και πέτα τη στους άγριους
που ψάχνουν εξουσίας φυλακή



καθάρισε τα πρόσωπα
ξεβρόμισε το μίσος απ' το νου
φέρτε φωτιές ν' ανάψουμε
να κάψουμε τη θλίψη του καιρού


Στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση: Σωκράτης Μπαρμπουνάκης


Εμπνευσμένο από το κείμενο του Γιώργου Γραμματικάκη
 "Η Επανάσταση των Σιωπηλών"





Την χρονιά που πέρασε, είχα δημιουργήσει μια ανάρτηση, δίνοντάς της τον τίτλο,
ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ - Ο οδηγός της "σιωπηλής επανάστασης"...εμπνευσμένη (επίσης)από την δήλωση("Ο αστρολάβος που θα μας βγάλει από το χάος") αλλά και το κείμενο του εξαίρετου κ. Γιώργου Γραμματικάκη "Η Επανάσταση των Σιωπηλών" και φυσικά τον Αστρολάβο.
Μόλις βρήκα αυτό το τραγούδι ένιωσα την ανάγκη να κάνω άλλη μια ευχή γι'αυτή  τη χρονιά που διανύουμε.
Η ευχή είναι μέσα στους στίχους αυτού του τραγουδιού... 

            "η σιωπή να Μας δώσει δύναμη"






Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει

Την απάντηση μου, στα ιδιαίτερα σχόλιά σας φίλοι μου, θα ήθελα να την "αποτυπώσω" με ένα εκπληκτικό τραγούδι από την φωνή της Ελένης Βιτάλη, με αυτές τις λέξεις που διάλεξα από τους στίχους του ... πού ’ναι το φως σου το κρυμμένο, αυτό που χρόνια περιμένω; 





Τίτλος 
"Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει"
Στίχοι 
Μουσική 
Γιώργος Ανδρέου

Και όμως το τραγούδι αυτό γεννήθηκε πριν από 23 χρόνια


Στους εθνικούς σου δρόμους λάστιχα σκασμένα 
και ζώα σκοτωμένα.
Στου κράτους σου τους νόμους όνειρα κλεμμένα, 
χαρτιά σημαδεμένα.
Πολίτες δίχως πόλη, οπλίτες δίχως βόλι, 
οι λίγοι ψυχωμένοι κι οι άλλοι ξοφλημένοι.


Πού ’ναι το φως σου το κρυμμένο,
αυτό που χρόνια περιμένω;
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις 
μόνο για λίγο ξαποσταίνεις.
Άντε, κουνήσου και νυχτώνει κι έχουμε μείνει πάλι μόνοι.


Τα μαγικά σου βράδια σκουπίδια και ρημάδια, σκυλάδικα, σκοτάδια.
Της ψήφου τα στραβάδια, του γήπεδου κοπάδια σού κλέβουνε τα χάδια.
Αρχαία μεγαλεία, ερείπια, σχολεία, 
τα αγάλματα σωπαίνουν κι οι ποιητές πεθαίνουν....




Πού ’ναι το φως σου το κρυμμένο, αυτό που χρόνια περιμένω;
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις μόνο για λίγο ξαποσταίνεις.
Άντε, κουνήσου και νυχτώνει κι έχουμε μείνει πάλι μόνοι. 


Και μη μου πεις ξανά ποιος φταίει κι έχουμε μείνει τελευταίοι.




Φίλοι μου λυπάμαι που καθυστέρησα να απαντήσω στα σχόλιά σας.
Σας ζητώ συγνώμη.